Το λεξικό του δικαστηρίου
Οι λέξεις που ακούτε στο δικαστήριο ή διαβάζετε σε μια απόφαση, εξηγημένες με απλά λόγια.
- Αγωγή
- Η διαδικασία με την οποία κάποιος ζητά από το δικαστήριο να αναγνωρίσει ένα δικαίωμά του ή να υποχρεώσει την άλλη πλευρά να πληρώσει ή να κάνει κάτι.
- Ενάγων και εναγόμενος
- Ενάγων είναι αυτός που κάνει την αγωγή· εναγόμενος, αυτός εναντίον του οποίου γίνεται.
- Υπεράσπιση
- Η γραπτή απάντηση του εναγόμενου στην αγωγή, όπου λέει ποιους ισχυρισμούς του ενάγοντα δέχεται, ποιους αρνείται και γιατί.
- Δικάσιμος
- Η ημέρα που έχει οριστεί να εμφανιστεί η υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου.
- Ένσταση
- Η γραπτή αντίρρηση μιας πλευράς σε αίτηση της άλλης, με τους λόγους για τους οποίους το δικαστήριο δεν πρέπει να την εγκρίνει.
- Προσωρινό διάταγμα
- Εντολή του δικαστηρίου που ισχύει μέχρι να κριθεί η υπόθεση, ώστε να μη χαθεί ή να μη βλαφτεί κάτι στο μεταξύ.
- Μονομερής αίτηση (ex parte)
- Αίτηση που εξετάζεται από το δικαστήριο χωρίς να ειδοποιηθεί πρώτα η άλλη πλευρά.
- Απόφαση ερήμην
- Απόφαση που εκδίδεται χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, επειδή δεν εμφανίστηκε ή δεν απάντησε όπως έπρεπε.
- Επίδοση
- Η επίσημη παράδοση δικαστικού εγγράφου στο πρόσωπο που αφορά, ώστε να ξέρει τι έχει καταχωριστεί εναντίον του.
- Έφεση
- Η προσφυγή σε ανώτερο δικαστήριο εναντίον μιας απόφασης, ώστε να ελεγχθεί αν ήταν σωστή.
- Παραγραφή
- Το χρονικό όριο μέσα στο οποίο πρέπει να καταχωριστεί μια αγωγή· αν περάσει, η αγωγή μπορεί να απορριφθεί.
- Δεδικασμένο
- Όταν ένα ζήτημα έχει κριθεί τελεσίδικα, τα ίδια μέρη δεν μπορούν να το φέρουν ξανά στο δικαστήριο.
- Νομολογία
- Οι αποφάσεις των δικαστηρίων, και ιδίως των ανώτερων, που δείχνουν πώς ερμηνεύεται και εφαρμόζεται ο νόμος.
- Δικαστικά έξοδα
- Τα έξοδα της δίκης, όπως η αμοιβή του δικηγόρου και τα τέλη, που το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει υπέρ της μιας πλευράς.
Θέλετε να δείτε τι έχουν κρίνει τα δικαστήρια; Ψάξτε τη νομολογία στον Menas.
Γενική ενημέρωση, όχι νομική συμβουλή. Για τη δική σας υπόθεση, μιλήστε με δικηγόρο.